Kaufmann, κατά την έννοια του Εμπορικού Κώδικα (HGB), είναι κάθε φυσικό ή
νομικό πρόσωπο που ασκεί εμπορική δραστηριότητα ή θεωρείται Kaufmann λόγω νομικής μορφής. Ο όρος χωρίζεται σε
Istkaufmann,
Kannkaufmann,
Formkaufmann, Fiktivkaufmann και Scheinkaufmann. Ένας Istkaufmann διατηρεί μια εμπορικά οργανωμένη επιχείρηση και πρέπει να εγγραφεί δηλωτικά στο
εμπορικό μητρώο. Ο Kannkaufmann, συνήθως ένας μικροεπιχειρηματίας, αποκτά την ιδιότητα του Kaufmann μόνο μέσω συντακτικής εγγραφής. Οι Formkaufleute – όπως GmbH ή AG – θεωρούνται Kaufmann λόγω νομικής μορφής ανεξάρτητα από το μέγεθος της επιχείρησης. Ως Fiktivkaufmann θεωρείται αυτός που, παρά την έλλειψη προϋποθέσεων, είναι εγγεγραμμένος στο εμπορικό μητρώο, ενώ ο Scheinkaufmann πρέπει να αντιμετωπίζεται ως Kaufmann λόγω της εμφάνισής του. Με την ιδιότητα του Kaufmann συνοδεύονται υποχρεώσεις όπως διπλή λογιστική, απογραφή,
ισολογισμός και δημοσιότητα· ταυτόχρονα, παρέχει δικαιώματα όπως η χρήση εμπορικής επωνυμίας, η χορήγηση πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και η διευκόλυνση της εμπορικής κυκλοφορίας. Η ακριβής κατηγοριοποίηση ως Kaufmann καθορίζει το εύρος ευθύνης, τις φορολογικές υποχρεώσεις και τη διαμόρφωση συμβάσεων και είναι κεντρικής σημασίας για την ίδρυση επιχείρησης, την επιλογή νομικής μορφής και τη συμμόρφωση της επιχείρησης. Έτσι, ο όρος Kaufmann παρέχει νομική ασφάλεια στις καθημερινές οικονομικές συναλλαγές.